ἐξόν

ἐξόν adv. так как (если, хотя) нечто (было) возможно (= асc. abs.)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐξόν" в других словарях:

  • εξόν — (Μ εξόν) (ουδ. μτχ. τού έξεστι ως επίρρ.) 1. (με προσ. αντων.) εκτός από, παρά μόνο («ἄλλη γυνή... ἐξὸν ἐγώ») 2. (με ρήμα) εκτός αν 3. (με γεν.) έξω από, μακριά …   Dictionary of Greek

  • εξόν — επίρρ. τροπ., εκτός, πλην, παρεκτός: Πιάστηκαν όλοι εξόν από έναν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξόν — [эксон] εκίρ. исключая …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐξόν — ἔξεστι it is allowed pres part act masc voc sg ἔξεστι it is allowed pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕξον — ἔχω check fut part act masc voc sg ἔχω check fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀξόν — ἐξόν , ἔξεστι it is allowed pres part act masc voc sg ἐξόν , ἔξεστι it is allowed pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄεξον — ἄ̱εξον , ἀέξω augeo imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱εξον , ἀέξω augeo imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀέξω augeo imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀέξω augeo imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • OMPHALE — Regina Lydiae, post Tmolum maritum Regem filia Iardani, de cuius cum Camblita Reg. inimicitiis diximus supra. Ei Hercules (ob caedem Iphiti, ex oraculo, venditus) in biennium serviebat; quô tempore ex Iardani ancilla Cleolaum, cuius posteri… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άνευ — (AM ἄνευ) (πρόθ. καταχρηστική που προτάσσεται και σπάνια επιτάσεται στην Αρχαία) χωρίς, δίχως νεοελλ. φρ. «είναι εκ των ων ουκ άνευ» είναι απαραίτητος μσν. (και ως σύνδ.) εκτός (αν), παρά μόνο, αλλά αρχ. 1. μακριά 2. άσχετα από κάτι 3. εκτός του… …   Dictionary of Greek

  • άτερ — ἄτερ πρόθ. (Α) (με γενική) 1. χώρια, ξέχωρα, χωριστά, μακριά 2. δίχως, χωρίς 3. εκτός, πλην, εξόν. [ΕΤΥΜΟΛ. ἄτερ < *ἁτέρ, με ιωνική αιολική ψίλωση < IE. *sn ter. Ο τονισμός του τ. άτερ οφείλεται είτε σε αιολική βαρυτονία είτε στην… …   Dictionary of Greek

  • έξω — και όξω (AM ἔξω) επίρρ. 1. (με ρ. κινήσεως ή στάσεως) στο εξωτερικό μέρος ενός χώρου («πήγαινε έξω», «βγήκε έξω») 2. (το ρ. εξυπακούεται) δηλώνει αίτημα για αποπομπή («έξω οι βάσεις», «καὶ ὁ μὲν ἡγεῑτο λέγων ἔξω χριστιανούς», Λουκιαν. Αλ.) 3. (σε …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.